Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Η κατοχή

 

Αυτές οι νίκες ανάγκασαν τον επίσης δικτάτορα της Γερμανίας, τον Χίτλερ, να ανασυντάξει τα πολεμικά του πλάνα και να προστρέξει σε βοήθεια του συμμάχου του.
Η Ελλάδα, αφού αντιστάθηκε κι εδώ ηρωικά στις σιδηρόφρακτες στρατιές του Χίτλερ, υπέκυψε στις κατά πολύ ανώτερες στρατιωτικές του δυνάμεις και αναπόφευκτα υπέστη στις 24 Απριλίου 1941, την τριπλή κατοχή από τις συνασπισμένες δυνάμεις της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Βουλγαρίας.Κατά την περίοδο αυτή λεηλατείται ολόκληρη η γεωργική παραγωγή, τα αγαθά και ο φυσικός πλούτος της χώρας. Δεσμεύονται όλα τα εμπορεύματα που υπάρχουν σε αποθήκες. Η προμήθεια τροφίμων και όλων των ειδών πρώτης ανάγκης γίνεται προβληματική για τον ελληνικό λαό από την πρώτη στιγμή. Η μεγάλη πείνα έχει αρχίσει. Το χρήμα χάνει την αξία του. Την ίδια στιγμή που η πείνα θερίζει, μερικοί, ανάξιοι να ονομάζονται άνθρωποι, κερδίζουν από το εμπόριο τροφίμων στη μαύρη αγορά. 300.000 άνθρωποι πεθαίνουν τον τρομερό χειμώνα του 41-42 στην Ελλάδα.

 Κατά τη διάρκεια της κατοχής γράφτηκαν τραγούδια με θεματολογία σχετική με τα σκληρά γεγονότα και τις ταλαιπωρίες που υφίστατο τότε ο ελληνικός λαός την εποχή εκείνη, τα οποία όμως ηχογραφήθηκαν μεταπολεμικά (και συχνά κατά τη δεκαετία του 1970 ή και αργότερα) στην Ελλάδα. Τα τραγούδια αυτά ακούγονταν κρυφά και συνωμοτικά, σε μέρη που δεν είχε κατακτητές ή έλληνες συνεργάτες τους. Επίσημα τραγουδιόνταν τραγούδια με αλληγορικό νόημα όπου το ακροατήριο χειροκροτούσε και πανηγύριζε.

Θα πάω να το πω στον Ερυθρό Σταυρό (πατάω ένα κουμπί) 

Η πείνα το 1941 θερίζει την Αθήνα αλλά και όλη την χώρα. Είναι ο καιρός που όπως λέγεται, σκυλιά και παιδιά παλεύουν στα σκουπίδια για ένα κομμάτι σκουλικιασμένη μπομπότα. Ο Διεθνής Ερυθρός σταυρός έρχεται σε συνεννόηση με τους Γερμανούς και αποστέλλει στην χώρα το περίφημο τούρκικο πλοίο "Κουρτουλούς" γεμάτο ανθρωπιστική βοήθεια. Φυσικά η βοήθεια αυτή έχει πληρωθεί στους Τούρκους από τον ελληνικό χρυσό. Τι περιέχει όμως το πλοίο ?

Το πλοίο φθάνει στον Πειραιά γεμάτο μαμουνιασμένα άλευρα και όσπρια. Όπως λέγανε τότε ο αρακάς του Κουρτουλούς έκανε για σκάγια για αγριογούρουνα. Όλη την ρέφα που η Τουρκία διέθετε την είχε διαθέσει στον Ερυθρό Σταυρό για "βοήθεια".

Ποίός όμως να πρωτοφάει από μιά πεινασμένη χώρα? Πρώτα πρώτα κλέβαν οι φορτωτές πετώντας τσουβάλια ολόκληρα στην θάλασσα. Δεύτερον κλέβαν οι Γερμανοί τελωνειακοί και οι Έλληνες βοηθοί τους. Τρίτον η υπηρεσία μεταφοράς στις αποθήκες και τέλος οι αποθηκάριοι Γερμανοί και Έλληνες. Μετά, ξεκινούσε το θεάρεστο έργο της διαχείρησης των εναπομείναντων ποσοτήτων. Εκεί γίνονταν όργιο κλεψιάς και μαυραγοριτισμού. Τα τρόφημα διατίθονταν σε μαυραγορίτες και πωλούνταν 100 έως και 1000 φορές παραπάνω από την τιμή κτήσης τους. Έτσι ελάχιστα τρόφημα έφθαναν για τον κοσμάκη, ο οποίο είχε βγάλει και το παρακάτω τραγουδάκι: 
 
Πατάω ένα κουμπί
και βγαίνει μια χοντρή
και λέει στα παιδάκια
νιξ φαΐ.

Θα πάω να το πω
στον Ερυθρό Σταυρό
πως είσαστε
συνένοχες κι οι δυο.

Πατάω κι άλλο ένα
και βγαίνει μια χοντρέλα
και λέει στα παιδάκια
νιξ σαρδέλα.

Κι εσύ μωρή μαντάμ
που κλέβεις τα κουκιά
και κάνεις τα μαλλιά σου
περμανάντ.

Μην τα ξαφρίζεις πολύ
γιατί είναι όλο ζουμί
μην ρίχνεις και νερό
δεν είναι καθαρό.

Πατάω ένα κουμπί
και βγαίνει μια χοντρή
και λέει στα παιδάκια
νιξ φαΐ.

Κι εσύ με τα ρολό
που κλέβεις το χυλό
και κάνεις παπουτσάκια
με φελλό.

Θα πάω να το πω
στον Ερυθρό σταυρό
πως είσαστε
συνένοχες κι οι δυο.

Πατάω ένα κουμπί
και βγαίνει μια χοντρή
και λέει στα παιδάκια
νίξ ψωμί.



Ματσάκια, Πεντοχίλιαρα - Βαμβακάρης Μάρκος / Χατζηχρήστος Απόστολος 
 
Το Τραγούδι, γράφτηκε στα μαύρα χρόνια της γερμανικής κατοχής,
σατυρίζοντας πικρά, τον καλπάζοντα πληθωρισμό της εποχής !
"Οι κατακτητές είχαν αντικαταστήσει το μάρκο κατοχής με πληθωριστικές δραχμές. Όμως, όσα χαρτονομίσματα κι αν είχε κανείς, δεν μπορούσε ν'αγοράσει πολλά πράγματα. Όταν πήγαινε κάποιος στην αγορά (που κατά κανόνα ήταν μαύρη) για ν'αγοράσει ψωμί, αλεύρι, λάδι, φασόλια, κι άλλα... σπάνια είδη, έπρεπε να κουβαλά μαζί του μια τσάντα με πάρα πολλά χαρτονομίσματα για να μπορέσει να ανταποκριθεί στις τιμές.

 
Ματσάκια πεντοχίλιαρα
θες για να την περάσεις
κι όταν καλά καλά σκεφτείς
βρε τα μυαλά θα χάσεις

Στην αγορά όταν θα πας
βάστα πουγγί μεγάλο
κι αν είσαι ο δόλιος φουκαράς
τράβα από δρόμο άλλο

Το πρόβλημα δεν λύνεται
κι η γκρίνια πάντα αρχίζει
σαν η γυναίκα ανθίζεται
πως το πουγγί στραγγίζει

Μόνο κανένας μπάρμπας σου
μπορεί να σ'αβαντάρει
τα τσεκ απ'την ʼμερική
σε βγάζουν παλικάρι



Οι Μαυραγορίτες-Γενίτσαρης 

    Η Γερμανική Κατοχή πλούτισε το Γλωσσικό Λεξιλόγιο μας με τη λέξη Μαύρη Αγορά. Το όνομα "Μαύρη" πήραν οι αγοραπωλησίες που γίνονταν στο σκοτάδι. Δηλαδή παράνομα. Οι πωλητές που δίκαια πήραν το όνομα Μαυραγορίτες, πρόσφεραν τα είδη σε απίθανες, αστρονομικές τιμές. Πριν τις συνηθίσει ο Λαός τις άκουε κι έμενε άφωνος, κατάπληκτος, έτριβε τα μάτια του. Το επίσημο εμπόριο, το νόμιμο παραμερίσθηκε. Παραχώρησε τη θέση του στο παράνομο πον ακουότανε μόνο "Μαύρη Αγορά". Έμποροι μαυραγορίτες ανάλαβαν άνθρωποι απίθανοι, έκφυλοι, τυχοδιώκτες, ανέντιμοι και ανερυθρίαστοι. Φορτώνονταν από την Αθήνα είδη ρουχισμού και υποδήσεως, ζάχαρη, πετρέλαιο, κουβαρίστρες, κ.λ.π. και εκστράτευαν στην ύπαιθρο. Τα αντάλλασσαν με σιτάρι, καλαμπόκι, όσπρια και λοιπά δημητριακά. 
 

 

Μικροί μεγάλοι γίνανε
μαυραγορίτες όλοι
κι αφήσαν όλο τον ντουνιά
με δίχως πορτοφόλι
 

Ακόμα κι οι γυναίκες τους
τη μαύρη κυνηγάνε
τσάντες τσουβάλια κουβαλούν
κανέναν δε ψηφάνε
 

Πρωί και βράδυ τρέχουνε
στους δρόμους σαν κοράκια
πελάτες ψάχνουν για να βρουν
να γδάρουνε κορμάκια
 

Πουλήσαμε τα σπίτια μας
και τα υπάρχοντα μας
για δυο ελιές κι ένα ψωμί
να φάνε τα παιδιά μας"




Οι Σαλταδόροι


Οι Σαλταδόροι είναι ένα μοναδικό φαινόμενο στην κατοχική Ευρώπη, η ιδιότυπη Αντίσταση των παιδιών της Αθήνας, μια σημαντική πλευρά του λαϊκού αγώνα κατά του φασισμού.Ονομάστηκαν και ”ξυπόλυτο τάγμα” ή ”αντιστασιακές ομάδες των φτωχογειτονιών”. Έδρασαν στα μαύρα χρόνια της ναζιστικής κατοχής, όπου έστηναν ενέδρες και με κινδυνο της ζωής τους έκλεβαν από τα γερμανικά αυτοκίνητα των Ες-Ες τρόφιμα, φάρμακα και άλλα αγαθά τα οποία και μοίραζαν στους έλληνες που πείναγαν και είχαν ανάγκη. Οι σαλταδόροι δεν ήταν κλέφτες αλλά παιδικές ψυχές που ξεγελούσαν τα φασιστικά ντουφέκια, για ένα κομμάτι ψωμί. Και στην Κρήτη, παιδιά και έφηβοι συμμετείχαν με αυτό τον τρόπο στην Αντίσταση.
Το τραγούδι που θα ακούσουμε είναι ένα ιστορικό τραγούδι, ο ύμνος των σαλταδόρων της 1ης Γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα και αντικατοπτρίζει πως κατόρθωνε ο λαός να επιβιώνει με πολυμήχανες μπαγαποντιές στους Γερμανούς
..

Διαβάστε περισσότερα: https://www.kar.org.gr/2015/05/31/%CE%B8%CE%B1-%CF%83%CE%B1%CE%BB%CF%84%CE%AC%CF%81%CF%89-%CE%B8%CE%B1-%CF%83%CE%B1%CE%BB%CF%84%CE%AC%CF%81%CF%89-%CF%84%CE%B7-%CF%81%CE%B5%CE%B6%CE%AD%CF%81%CE%B2%CE%B1-%CE%BD%CE%B1-%CF%84/
Ένα ιστορικό τραγούδι, ο ύμνος των σαλταδόρων της 1ης Γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα, αντικατοπτρίζει πως κατόρθωνε ο λαός να επιβιώνει με πολυμήχανες μπαγαποντιές στους Γερμανούς. Ακούγοντας αυτό το ρεμπέτικο ύμνο σε διάφορες εκδοχές του μέχρι σήμερα και κάνοντας τις αλληγορίες, τους συνειρμούς και τη μεταφορά του στα σημερινά δεδομένα, πρέπει να νιώσουμε την ανάγκη να «σαλτάρουμε» και πάρουμε αμπάριζα το σάπιο και το βρωμερό που μας καταδυναστεύει μέρα με τη μέρα.

Διαβάστε περισσότερα: https://www.kar.org.gr/2015/05/31/%CE%B8%CE%B1-%CF%83%CE%B1%CE%BB%CF%84%CE%AC%CF%81%CF%89-%CE%B8%CE%B1-%CF%83%CE%B1%CE%BB%CF%84%CE%AC%CF%81%CF%89-%CF%84%CE%B7-%CF%81%CE%B5%CE%B6%CE%AD%CF%81%CE%B2%CE%B1-%CE%BD%CE%B1-%CF%84/

 


 Δεν τη φοβάμαι τη στενή, το ξύλο, την κουμπούρα, βρε
κείνη που φοβήθηκα είν’ η κουμανταδούρα

’ταν περνούν οι Γερμανοί, περνάνε μ’ όλο πόζα, βρε
πηδάω στ’ αυτοκίνητο και τους τα κλέβω όλα

θα σαρτάρω, θα σαρτάρω, βρε
κι έτσι θα ξαναρεφάρω

θα σαρτάρω, θα σαρτάρω, βρε
κι έτσι θα ξαναρεφάρω

μπενζίνες και πετρέλαια εμείς τα κυνηγάμε
’τί ’χουνε πολλά λεφτά και φίνα τη περνάμε

θα σαρτάρω, θα σαρτάρω, ωχ
και την τσίκα θα φουμάρω

θα σαρτάρω, θα σαρτάρω, βρε
και την τσίκα θα φουμάρω

ζηλεύουνε, δε θέλουνε ντυμένο να με δούνε, βρε
’τίρη θέλουν να με δουν για να ’φχαριστηθούνε



Συννεφιασμένη Κυριακή

  Ο δημιουργός της Βασίλης Τσιτσάνης είπε για το τραγούδι «Κατά την περίοδο της κατοχής στη Θεσσαλονίκη εμπνεύστηκα τη «Συννεφιασμένη Κυριακή». Και μου έδωσαν αφορμή  τα τραγικά περιστατικά που συνέβαιναν τότε στον τόπο μας, η πείνα, η δυστυχία, ο φόβος, η καταπίεση, οι συλλήψεις, οι εκτελέσεις. Το κλίμα που μου ενέπνευσε τους στίχους, μού ενέπνευσε και τη μελωδία. Βγήκε μέσα από τη «συννεφιά» της κατοχής και την απελπισία που μας έδερνε όλους

 

Συννεφιασμένη Κυριακή,
μοιάζεις με την καρδιά μου
που έχει πάντα συννεφιά,
Χριστέ και Παναγιά μου.

Όταν σε βλέπω βροχερή,
στιγμή δεν ησυχάζω.
μαύρη μου κάνεις τη ζωή,
και βαριαναστενάζω.

Είσαι μια μέρα σαν κι αυτή,
που ‘χασα την χαρά μου.
συννεφιασμένη Κυριακή,
ματώνεις την καρδιά μου.

.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου